Αναρτήθηκε από: alekaki | Σεπτεμβρίου 26, 2010

ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ–ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ

Τα βασικά ερωτήματα που προσπαθεί να δώσει λύσεις η φιλοσοφία είναι ποια είναι τα όρια της επιστημονικής έρευνας, αν υπάρχουν όρια, ποιος τα ορίζει και με ποιο κριτήριο;

Η φιλοσοφία δεν ασχολείται με τις δικές μας ιδέες που αφορούν ένα πρόβλημα, αλλά να ερευνήσει την πιθανότητα ψευδοπροβλήματος που προκύπτει από παρανοήσεις, παραλείψεις ή παρεξηγήσεις.

Λόγω της αλματώδους ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας έχουν προκύψει ηθικά προβλήματα, ζητήματα ζωής και θανάτου στα οποία η ηθική φιλοσοφία προσπαθεί να δώσει κάποιες λύσεις ενσωματώνοντας τόσο στοιχεία ωφελιμιστικά όσο και δεοντολογικά.

Το δικαίωμα στη ζωή και στο θάνατο έχει λάβει άλλο νόημα σε μια τέτοια εποχή. Η σχέση του γιατρού με τον ασθενή, η ηθική έννοια του πρόσωπου, η αξία της ζωής είναι κάποια κοινά στη βιοηθική και την παραδοσιακή ιατρική ηθική. Η διαχρονική αξία των προβλημάτων, αν υπάρχει, είναι ήσσονος σημασίας αφού βάσει της απάντησης αυτής θα μπορέσουμε να απαντήσουμε στα σύγχρονα ηθικά διλήμματα όπως π.χ. κλωνοποιηση , εκτρωσεις, παρένθετη μητέρα, εξωσωματική γονιμοποίηση, παθητική και ενεργητική ευθανασία, αυτοκτονία. Σε όλα αυτά τα διλήμματα τίθεται και το ζήτημα της ελευθερίας του άτομου. Πότε μια πράξη είναι σωστή, ηθικά ορθή και πότε λανθασμένη, ηθικώς εσφαλμένη και πότε και αν είναι κοινωνικά αποδεκτή μια πράξη, πότε και αν είναι τελικά ελεύθερο το άτομο να κάνει μια πράξη;

Η σημασία του όρου αυτοκτονία είναι γνωστή. Στην αρχαία Ελλάδα η αυτοκτονία αποκτούσε νόημα και σκοπό εν όψει ενός ατιμωτικού θανάτου. Στις δυτικές κοινωνίες το αγαθό της ζωής υποτάσσεται στο αγαθό της τιμής ή στην επιτέλεση του καθήκοντος. Σε κάποιες περιπτώσεις λοιπόν νοείται ως πράξη τιμής, σε κάποιες άλλες ως μια πράξη απόγνωσης και λύση στα όποια προβλήματα αντιμετωπίζουν εκείνη τη στιγμή και σε άλλες ως η εσχάτη απόδειξη της ανθρώπινης ελευθερίας με την οποία ο άνθρωπος εκδηλώνει με αυτό τον τρόπο την άρνηση του σε έναν άδικο κόσμο και σε έναν άδικο δημιουργό\ θεό.

Το να ζει κάποιος μέχρι κάποια ηλικία , αποτελεί για κάποιους ηθικό ελάττωμα διότι με αυτό τον τρόπο επιβαρύνεται το κοινωνικό σύνολο. Όμως ωστόσο υπάρχει και η ανάγκη διατήρησης της υπάρξεως του ανθρώπινου όντος. Αυτή την ανάγκη αρνείται η επιλογή του θανάτου. Επομένως η αυτοκτονία αποτελεί εκμηδενισμό της υπάρξεως. Για τα άτομα αυτά είναι καλύτερα ο θάνατος παρά μια μηδαμινότητα στη ζωή. Εδώ τίθεται το ερώτημα πως μπορεί κάποιος λοιπόν να διαλέξει την ανυπαρξία από την ύπαρξη;

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω δεν είναι άλλος από τον περίφημο Σωκράτη.

Για τον Σωκράτη όπως ο ίδιος πίστευε πριν δώσει τέλος στη ζωή του και πιει το κώνειο ότι το ευ ζην = δικαίως ζην, θάνατος με αξιοπρέπεια. Θυσιάζοντας το ατομικό ζην για χάρη του συνόλου (ωφελιμιστική άποψη). Πηγαίνοντας ακόμα βαθύτερα στη σκέψη του καταλήγουμε στο ότι το δίκαιο ισούται με το αγαθό που είναι και αυτό ίσο με το θειο. Ο ηθικός άνθρωπος για τον Σωκράτη λειτουργεί συνειδητά, δεν μετανιώνει για τις αποφάσεις του και φυσικά δε βρίσκεται σε διλήμματα. Η ύπαρξη του Σωκράτη ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνία όχι μόνο της Αθήνας αλλά όλου του κόσμου. <Δεν είμαι πολίτης της Αθήνας αλλά πολίτης όλου του κόσμου>. Από τη στιγμή που η ίδια η κοινωνία τον απέρριπτε, για τον ίδιο δεν υπήρχε λόγος περαιτέρω ύπαρξης. Η αυτογνωσία αυτή μας οδηγεί σε έναν αληθινό, ελεύθερο άνθρωπο.

Η άποψη της εκκλησίας για τη αυτοκτονία είναι συγκεκριμένη και καταδικαστέα για τους παρακάτω λόγους:

Α)γιατί οδηγεί στην αυτοκαταστροφή του ανθρώπου,

Β)επειδή έτσι ο άνθρωπος δείχνει απιστία στην πρόνοια του θεού,

Γ)διότι με μια τέτοια πράξη απουσιάζει η χριστιανική ελπίδα.

        Όσον αφορά τον όρο ευθανασία το νόημα μπορεί να φαίνεται ξεκάθαρο εντούτοις ενέχει προβλήματα. Η απόφαση δεν είναι εύκολη και πρέπει όταν αποφασίσει κάποιος να το έχει σκεφτεί εις βάθος. Κάτι το οποίο στην περίπτωση της αυτοκτονίας δε συμβαίνει γιατί η απόφαση είναι παρορμητική, εκείνης της στιγμής. Αρχικά ο όρος προέρχεται από το ευ + θάνατος που σημαίνει εύκολος, ανώδυνος, ήσυχος θάνατος. Στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη το φαινόμενο αυτό ήταν καθημερινό παρά την αντίθετη γνώμη κάποιων γιατρών της ιπποκράτειας σχολής. Σήμερα νοείται ως η πράξη ή η παράλειψη πράξης από τη μεριά του γιατρού  με ή χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς  που βρίσκεται στα στάδια ανίατης και επώδυνης νόσου ώστε να επέλθει ο θάνατος με γλυκό και ανώδυνο τρόπο. Γι αυτό σήμερα δε θα έπρεπε να λέγεται ευθανασία αλλά ευ-θανάτωση.

Η ευθανασία διακρίνεται σε:

Α) Ενεργητική: όταν ο γιατρός χορηγεί θανατηφόρες δόσεις φαρμάκων στον ασθενή.

Β) Υποβοηθούμενη αυτοκτονία: όταν ο γιατρός παρέχει στον ασθενή βοήθεια προκειμένου να τερματίσει τη ζωή του ο ασθενής.

Γ) Παθητική: όταν ο γιατρός παραμένει αδρανής ή διακόπτει τη μηχανική υποστήριξη σε ασθενείς με διαπιστωμένο εγκεφαλικό θάνατο.

Τίθενται τα ερωτήματα ποια από τις τρεις περιπτώσεις είναι ηθικώς ορθή ή όχι και αν είναι κάποια από τις τρεις πράξεις αυτές ηθική, αν ο θάνατος είναι λύτρωση, ποιος είναι ή πρέπει να είναι ο ρόλος του γιατρού, αν η σχέση γιατρού-ασθενή καθορίζεται από νόμους του ποινικού κώδικα.

Το ζήτημα κινείται ανάμεσα στο ιατρικό καθήκον και στην ελευθερία και στην αυτοδιάθεση του ανθρώπου.        Τι θα έλεγαν οι φιλόσοφοι και πως θα έβλεπαν αυτές τις πράξεις αν ζούσαν σήμερα; Όλοι θεωρούν ότι μία πράξη είναι ηθική όταν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής.

Στον Κρίτωνα του Πλάτωνα η ψυχή μετά το θάνατο δε παθαίνει τίποτα συμπεραίνοντας ότι οι άνθρωποι αυτοί όπως θεωρεί ο Πλάτων πηγαίνουν σε ένα καλύτερο μέρος. Στον κόσμο των ιδεών από τον οποίο προήλθαν. Επίσης πίστευε ότι έπρεπε να υπάρχει ένας ηθικός κώδικας συμπεριφοράς για την ηθική διαβίωση των ανθρώπων. Ο Ιπποκράτης έλεγε ότι η ιατρική είναι ανακούφιση από τον σωματικό και ψυχικό πόνο. Ο Επίκουρος πίστευε στην αποφυγή του πόνου και στην επιδίωξη της ηδονής και ότι η ζωή του ενός βρίσκεται στην ανοχή των άλλων χάνοντας έτσι την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Από αυτές τις απόψεις συμπεραίνουμε ότι μια τέτοια πράξη της ευθανασίας θα ήταν αποδεκτή.Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι η θελημένη και ελεύθερη είναι η πράξη εκείνη που έχει την αρχή της στον πράττοντα και όχι σε εξωτερικές υποχρεώσεις και συντελείται βάση επαρκούς γνώσης όλων των ιδιαίτερων συνθηκών της ίδιας της πράξης. Με άλλα λόγια να έχουμε πλήρη γνώση όλων των συνθηκών μιας πράξης και έχοντας βρει τη μεσότητα των πραγμάτων αυτών που θα υπήρχε σε αυτές τις περιπτώσεις, θα οδηγούμασταν στην ευδαιμονία. Ο Πλωτίνος πρόσθεσε σε αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες και την κοσμική γνώση που τείνει προς το θείο, το Εν ή το Αγαθόν προσεγγίζοντας έτσι τη χριστιανοσύνη. Από την πλευρά τους οι Στωικοί θεωρούν ότι για να κάνουμε σωστές πράξεις πρέπει να μελετήσουμε τη φύση σύμφωνα με το Λόγο και ότι ελεύθεροι είμαστε μόνο όταν υποτασσόμαστε στο πεπρωμένο και στην παγκόσμια αρμονία.    Ωστόσο εδώ υπάρχει το πρόβλημα ότι τότε δεν υπήρχε ο κόσμος της τεχνολογίας, κάτι το οποίο είναι προβληματικό αφού δεν είχαν υπόψιν τους σε αυτές τις θεωρίες τον παράγοντα τεχνολογία. Εντούτοις βρίσκουν υποστηρικτές στη θεωρία τους.

Η ελευθερία μιας πράξης για τον Ντεκάρτ ορίζεται ως συγκεκριμένη εκλογή που ανοίγει το δρόμο δια μέσου της αμφιβολίας στην αναζήτηση της αλήθειας. Ωστόσο για τον Hobbes ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως εγωιστικό ον και ότι όλα τα ανθρώπινα κίνητρα οδηγούνται από το προσωπικό συμφέρον του καθενός. Πίσω από την ελεύθερη μου πράξη βρίσκεται το προσωπικό μου συμφέρον, η επιθυμία μου. Αυτή η άποψη οδηγεί στο ότι στις παραπάνω περιπτώσεις της ευθανασίας, ο εγωισμός υπερέχει των όποιων συνθηκών και ότι η ελευθερία που έχει ο άνθρωπος να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του κατά βούληση για να συντηρήσει τη ζωή του και η ελευθερία να κάνει οτιδήποτε που κατά τη λογική του κρίση θα θεωρήσει κατάλληλο μέσο για αυτό το σκοπό. Αυτό όμως ενέχει προβλήματα διότι μπορούμε να το εκλάβουμε με\από δύο σημασίες\απόψεις:

Α)από την πλευρά των συγγενών αν ακολουθήσουν τα συμφέροντά τους ως όντα εγωιστικά, θα πρέπει να δεχτούν την ευθανασία του συγγενικού τους προσώπου π.χ. λόγω οικονομικής δυσχέρειας.

Β)στη δεύτερη περίπτωση όμως αφού η ελευθερία βρίσκεται στη συντήρηση της ζωής τότε ποιο είναι το κατάλληλο μέσο για αυτό το σκοπό; Έχει σε αυτή την περίπτωση ο ασθενής την ελευθερία του; Ή η ελευθερία βρίσκεται στην απόφαση των συγγενών; Εφόσον τα συμφέροντα και των δυο έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Ο ασθενής δεν έχει τη δύναμη να διαλέξει κατά βούληση, πίσω λοιπόν από τον εξαναγκασμό δεν υπάρχει η ελευθερία της βούλησης.

Ο Locke θα μιλήσει για τον ηθικό νόμο που είναι αυτός του θεού ο οποίος είναι ο νόμος της φύσης έχοντας μεταφυσικές ρίζες στη θεωρία αυτή χωρίς να χάνει το ωφελιμιστικό του περιεχόμενο.     Για τον Hume η ηθική βιώνεται, παρά κρίνεται και το συναίσθημα είναι αυτό που καθορίζει τις ηθικές προτιμήσεις και την ηθική κρίση. Όσο μεγαλύτερη είναι η ευτυχία και όσο περισσότεροι είναι οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτήν τόσο πιο ηθική είναι μια πράξη κατά τον Hume.   Ο Leibniz θεωρεί ότι στην ελευθερία δε ρωτάμε αν ο άνθρωπος δε μπορεί να πράξει αυτό που επιθυμεί αλλά εάν στην ελευθερία της βούλησης του ενυπάρχει επαρκής ανεξαρτησία.        Στον Spinoza ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος αλλά έρμαιο του θεού. Αρνείται την ατομική ελευθερία και μόνο ο θεός που είναι ουσία είναι ελεύθερος causa sui , σε αντίθεση με τον άνθρωπο ο οποίος φθάνει στην ελευθερία μόνο έχοντας σαφή γνώση του περιορισμού και της εξάρτησης του, αν αρνηθεί τα ατομικά του πάθη και νοήσει την ύπαρξή του σε συνάρτηση με τον αναγκαίο νόμο της ουσίας. Δηλαδή ελευθερία=αυτονομία. Ο Rousseau σε αντίθεση με τον Hobbes που μιλάει για έναν εγωιστή άνθρωπο, θεωρεί ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και ότι για χάρη του γενικού συμφέροντος θα συμμορφωθεί με τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.  Υπάρχουν άλλοι που θεωρούν ότι η γνώση και οι ηθικές αξίες είναι απόλυτες έννοιες. Ο σχετικισμός όμως αναφέρει ότι δεν υπάρχουν ηθικοί κανόνες που να είναι απόλυτοι και αμετάβλητοι καθ’ ότι οη ισχύς αυτών των ηθικών κανόνων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Για τον ωφελιμισμό στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω, τα πράγματα είναι λίγο έως πολύ ξεκάθαρα. Εν συντομία το κοινό καλό, το κοινό συμφέρον που βρίσκεται πιο πάνω από το ατομικό καλό του ανθρώπου, η θυσία των λίγων ανθρώπων για την ευτυχία των πολλών.

Όσον αφορά τη δεοντολογία, ενεργούμε υπακούοντας σε κοινωνική απαίτηση και κοινωνικούς κανόνες που υποχρεώνουν σε ορισμένο τρόπο δράσης. Π.χ. η συμπεριφορά του γιατρού που απορρέει από την κοινωνική αποστολή του ή τον όρκο του. Αυτή η δεοντολογική ηθική έρχεται σε αντίθεση προς την αξιολογική ηθική που λέει ότι η ηθική συμπεριφορά απορρέει από την υποκειμενική αντίληψη που έχει το άτομο. Ουσιαστικά όμως δεν υπάρχει διαφορά διότι και το άτομο που ενεργεί δεοντολογικά υπακούει στο δέον.

Ο κυριότερος εκπρόσωπος της δεοντολογίας είναι ο Emmanuel Kant. Αντιδιαστέλλεται από τον εγωισμό, τον ηδονισμό, τον ωφελιμισμό και γενικότερα από τον ευδαιμονισμό. Για τον ίδιο υπάρχει η προτεραιότητα του ορθού απέναντι στο αγαθό και θεωρεί ότι η ελευθερία της βούλησης συνίσταται στην αυτονομία της. Αυτού του είδους η ελευθερία είναι ντετερμινιστική (δηλαδή η άρνηση της ελευθερίας της βούλησης οδηγεί στις έννοιες ευθύνη, ενοχή, ποινή, καθήκον, υποχρεώσεις, δικαιώματα που προέκυψαν από αυτήν ακριβώς την άρνηση και έτσι απέκτησαν νόημα. Σε αντίθεση με τον ιντετερμινισμό που θεωρεί ότι τα γεγονότα προσδιορίζονται από την τύχη και ότι η ελευθερία της βούλησης υπάρχει και ότι ο άνθρωπος είναι αυτόνομος.) από τη στιγμή που ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο των πράξεών του, πρέπει να αντιληφθεί την ελευθερία του ως αξίωμα. Για τον Kant η ουσία κάθε ηθικής αξίας των πράξεων εξαρτάται από τον ηθικό νόμο που καθορίζει άμεσα τη βούληση. Ο ηθικός αυτός νόμος οδηγεί προς τη θρησκεία και στις θείες προσταγές και οι ηθικές έννοιες πηγάζουν από την καθαρή νόηση. Με άλλα λόγια η ηθική πηγάζει από μέσα μας, είναι εσωτερική ροπή του ανθρώπου.    Όσον αφορά μια ηθική πράξη, εάν δεν υπάρχει ελευθερία τότε είναι αδύνατη η ηθική πράξη και ο άνθρωπος είναι έρμαιο των εγωιστικών και ωφελιμιστικών ροπών της ψυχής του.

Η χριστιανική θέση σε όλα αυτά είναι η εξής:

Δεν έχει σημασία η πράξη αλλά ο λόγος (πρόθεση-προαίρεση) που το κάνει κάποιος. Θα μπορούσε κάποιος όμως να πει ότι δε μπορούμε να συνάψουμε την ηθική αξία στην πρόθεση. Για την εκκλησία μια πράξη κρίνεται ηθική από την ατομικότητα ή την ανιδιοτέλεια που έχει αυτή η πράξη. Ωστόσο η ευθανασία για την εκκλησία δε παύει να αποτελεί αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής (δολοφονία ή αυτοκτονία) από τη στιγμή που προτάσσει ότι η ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό σε αυτό το κόσμο και ότι ο άνθρωπος είναι η τελειότερη μορφή ζωής που εξελίχθηκε σε αυτόν τον πλανήτη. Δεν υπάρχει το ερώτημα ζωή ή θάνατος αλλά θάνατος ή Ανάσταση θεωρώντας ότι ο θάνατος για τους χριστιανούς είναι μια ενδιάμεση κατάσταση και όχι το τέλος της ύπαρξης.

Γενικά το ζήτημα φαίνεται να είναι σύνθετο, πολύπλευρο και αμφιλεγόμενο. Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του ατόμου και της ελεύθερης βούλησης να αποχωρήσει με αξιοπρέπεια από τη ζωή, πρέπει να είναι σεβαστό από την πολιτεία η οποία είναι υποχρεωμένη να προστατεύει τους πολίτες της, όχι όμως και η αναζήτηση της αλήθειας η οποία υπάρχει και απλώς ο άνθρωπος προσπαθεί να την κατανοήσει. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να βλάψει την υγεία του άλλου άμεσα ή έμμεσα και κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει την ερεύνα για τη γνώση από τη στιγμή που η γνώση αποκτά ηθικό περιεχόμενο όταν ωφελεί το σύνολο.  Όλοι πάντως θεωρούν ότι ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στη γνώση με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η γνώση είναι εφικτή με βάση την ελευθερία. Αναμφίβολα η αυτοκτονία και η ευθανασία αποτελούν δύο προβλήματα δυσεπίλυτα στο πέρασμα των αιώνων, αφού οι ηθικοί κανόνες και οι ηθικές αξίες είναι διαχρονικά μεταβλητές.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: